overprotective
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- overprotective < over- (< over) + protective
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˌəʊvəpɹəˈtɛktɪv/ (βρετανικό)
- ΔΦΑ : /ˌoʊvɚpɹəˈtɛktɪv/ (ΗΠΑ)
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | overprotective |
| συγκριτικός | more overprotective |
| υπερθετικός | most overprotective |
overprotective (en)
- υπερπροστατευτικός
Overprotective mothers have a devastating effect on their children.
- Οι υπερπροστατευτικές μητέρες ασκούν ολέθρια επίδραση στα παιδιά τους.
His parents did him a disservice with their overprotective behavior.
- Οι γονείς του του έκαναν κακό με την υπερπροστασία τους.