Μετάβαση στο περιεχόμενο

overreach

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

overreach (en)

  1. το παρακάνω και αποτυγχάνω, αποτυγχάνω λόγω υπερβολής
  2. ξεπερνώ