Μετάβαση στο περιεχόμενο

overstate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας overstate
γ΄ ενικό ενεστώτα overstates
αόριστος overstated
παθητική μετοχή overstated
ενεργητική μετοχή overstating

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
overstate < over- + state

overstate (en)

  • μεγαλοποιώ, υπερτονίζω, λέω κάτι με τρόπο που το κάνει να φαίνεται πιο σημαντικό από ό,τι πραγματικά είναι
    παράδειγμα  He overstates his successes to impress.
    Μεγαλοποιεί τις επιτυχίες του για να προκαλέσει εντύπωση.
    παράδειγμα  The importance of private initiative should not be overstated.
    Δεν πρέπει να υπερτονίζεται η σημασία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη exaggerate