Μετάβαση στο περιεχόμενο

overweight

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός overweight
συγκριτικός more overweight
υπερθετικός most overweight

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
overweight < over- + weight

Επίθετο

[επεξεργασία]

overweight (en)

  • υπέρβαρος, πρόσβαρος
    παράδειγμα  What percentage of the population is overweight?
    Ποιο ποσοστό του πληθυσμού είναι υπέρβαροι;
    παράδειγμα  My luggage was overweight.
    Οι αποσκευές μου ήταν υπέρβαρες.