ovoce

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τσεχικά (cs) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ovoce < πρωτοσλαβική ovotje

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ovoce (pl) ουδέτερο

  1. (βοτανική) ο καρπός
  2. το φρούτο
  3. (μεταφορικά) το προϊόν, το αποτέλεσμα (των ενεργειών μας)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]