Μετάβαση στο περιεχόμενο

ovri

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ovri < ovr- + -i
ρήμα ovri
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ovras ovranta ovrata
αόριστος ovris ovrinta ovrita
μέλλοντας ovros ovronta ovrota
υποθετική ovrus - -
προστακτική ovru - -

ovri (eo)