owulacja

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική owulacja owulacje
γενική owulacji owulacji(/owulacyj)
δοτική owulacji owulacjom
αιτιατική owulac owulacje
οργανική owulac owulacjami
τοπική owulacji owulacjach
κλητική owulacjo owulacje

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

owulacja (pl) θηλυκό

  1. η ωορρηξία

Συνώνυμα[επεξεργασία]