oxyton
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- oxyton < αρχαία ελληνική ὀξύτονος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| oxyton | oxytons |
oxyton (fr) αρσενικό
- η οξύτονη λέξη
| ενικός | πληθυντικός |
| oxyton | oxytons |
oxyton (fr) αρσενικό