pèlerinage

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pèlerinage < pèlerin

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛl.ʁi.naʒ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pèlerinage pèlerinages

pèlerinage (fr) αρσενικό

  1. το προσκύνημαεπίσκεψη)
    aller en pèlerinage / faire un pèlerinage - κάνω προσκύνημα
  2. το προσκύνημα (ο τόπος)
  3. το προσκύνημα (ταξίδι σε τόπο με τον οποίο συνδέεται κάποιος συναισθηματικά)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]