pèlerine
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pèlerine < pèlerin < λατινική peregrinus < peregre < πρωτοϊταλική *pereagro (που εκτείνεται πέρα από τη γύρω γη, πβ. λατινικά per + ager)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pèlerine (fr) θηλυκό
- (ενδυμασία) η πελερίνα
- η προσκυνήτρια
Πηγές
[επεξεργασία]- pèlerine - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé