pénible

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pénible < peine

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pe.nibl/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

pénible (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. κουραστικός, κοπιαστικός
  2. ενοχλητικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: peiner