pépère

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pépère pépères

pépère (fr) αρσενικό

  • (οικείο)
  1. παπούς
  2. πατέρας
  3. γέρος
  4. ήσυχο παιδί

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pépère pépères

pépère (fr) αρσενικό

  1. ήσυχος, ήρεμος, που δεν αναστατώνεται εύκολα