périnéal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό périnéal périnéaux
θηλυκό périnéale périnéales

périnéal (fr)

  1. σχετικός με το περίνεο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]