Μετάβαση στο περιεχόμενο

périnée

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
périnée périnées

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

périnée (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]