Μετάβαση στο περιεχόμενο

périphrase

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
périphrase périphrases

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

périphrase (fr) θηλυκό