pęd

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pęd (pl) αρσενικό

  1. η ορμή, η ταχύτητα, η φόρα
  2. (βοτανική) το βλαστάρι
  3. (φυσική) η ορμή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]