Μετάβαση στο περιεχόμενο

pachyderme

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pachyderme pachydermes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pachyderme (fr) αρσενικό