padella
Εμφάνιση
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| padella | padelle |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]padella (it) θηλυκό
- (κουζινικά) το τηγάνι
- το δοχείο νυκτός
Απόγονοι
[επεξεργασία]padella (ιταλικά)
- ↷ νέα ελληνικά: παδέλα (στην Κεφαλονιά, πήλινη κατσαρόλα)
- ↷ κατωιταλικά: patella
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ padella#Italian στο αγγλικό Βικιλεξικό
Πηγές
[επεξεργασία]- padella - Vocabolario Treccani online, Istituto della Enciclopedia Italiana (Istituto Treccani).