Μετάβαση στο περιεχόμενο

padella

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
padella padelle

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
padella < παλιότερος τύπος *patella < (κληρονομημένο) λατινική patĕlla, υποκοριστικό του patera ή patina[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

padella (it) θηλυκό

  1. (κουζινικά) το τηγάνι
     συνώνυμα: tegame
  2. το δοχείο νυκτός
     συνώνυμα: pappagallo

Απόγονοι

[επεξεργασία]

padella (ιταλικά)

νέα ελληνικά: παδέλα (στην Κεφαλονιά, πήλινη κατσαρόλα)
κατωιταλικά: patella

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. padella#Italian στο αγγλικό Βικιλεξικό