Μετάβαση στο περιεχόμενο

pagi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pagi < pag- + -o
ρήμα pagi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας pagas paganta pagata
αόριστος pagis paginta pagita
μέλλοντας pagos pagonta pagota
υποθετική pagus - -
προστακτική pagu - -

pagi (eo)



Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

pagi (io)