Μετάβαση στο περιεχόμενο

paléoichnologie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
paléoichnologie paléoichnologies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

paléoichnologie (fr) θηλυκό