paletta
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- paletta < (άμεσο δάνειο) ιταλική paletta < pala
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]paletta (palètta) [1]
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- AIS: Sprach- und Sachatlas Italiens und der Südschweiz [Γλωσσολογικός και εθνολογικός χάρτης της Ιταλίας και της νότιας Ελβετίας], χάρτης 1042 (fuoco [la paletta da fuoco (ill.)), περιοχή 792], στην ιστοσελίδα navigais-web.pd.istc.cnr.it.