palladium

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Palladium

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

palladium (en)

  1. (μεταφορικά) ο φύλακας, ο φρουρός (από το παλλάδιο, το άγαλμα)
  2. το παλλάδιο (χημικό στοιχείο)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

palladium (fr)