Μετάβαση στο περιεχόμενο

palmier

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
palmier < palme

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
palmier palmiers

palmier (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]