Μετάβαση στο περιεχόμενο

palpitant

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
palpitant < palpiter

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό palpitant palpitants
θηλυκό palpitante palpitantes

palpitant (fr)

  1. σφύζων
  2. (μεταφορικά) συναρπαστικός


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
palpitant palpitants

palpitant (fr) αρσενικό