pamięć
Εμφάνιση
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]pamięć < πρωτοσλαβική (pa)mętь
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈpãmʲjɛ̇̃ɲʨ̑/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pamięć (pl) θηλυκό
- η μνήμη
pamięć < πρωτοσλαβική (pa)mętь
pamięć (pl) θηλυκό