Μετάβαση στο περιεχόμενο

panacée

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
panacée panacées

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

panacée (fr) θηλυκό