Μετάβαση στο περιεχόμενο

pancrace

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pancrace pancraces

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pancrace (fr) αρσενικό