Μετάβαση στο περιεχόμενο

pant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pænt/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

pant (en)

  • που έχει σχέση με παντελόνι
    παράδειγμα  pant leg, pant cuff


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pant (en)

  • το λαχάνιασμα
    παράδειγμα Each pant became louder as the athlete neared the finish line of the marathon.
         Κάθε λαχάνιασμα γινόταν πιο δυνατό καθώς ο αθλητής πλησίαζε στη γραμμή του τερματισμού του μαραθωνίου.

pant (en)

  • λαχανιάζω, ασθμαίνω, αγκομαχώ
    παράδειγμα He was panting hard after running up the three flights of stairs to reach the office.
         Αγκομαχούσε έντονα αφού ανέβηκε τρεις ορόφους με τις σκάλες για να φτάσει στο γραφείο.