pantorrilla
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| pantorrilla | pantorrillas |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pan̪.t̪oˈri.ʝa/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pantorrilla (es) θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- pantorrilla - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.