Μετάβαση στο περιεχόμενο

pantorrilla

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
pantorrilla pantorrillas

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

pantorrilla < pantorra + -illa

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pan̪.t̪oˈri.ʝa/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pantorrilla (es) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]