papaia

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

papaia (it)

  1. (δέντρο) η παπάγια
  2. (φρούτο) η παπάγια
  3. (γαστρονομία) ο καρπός που τρώγεται και ωμός αλλά και μαγειρεύεται