papier toaletowy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

papier toaletowy, → δείτε τις λέξεις papier και toaletowy

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

papier toaletowy (pl) αρσενικό

  1. το χαρτί υγείας