papoušek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

papoušek (cs) αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) ο παπαγάλος