Μετάβαση στο περιεχόμενο

parówka

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική parówka parówki
γενική parówki parówek
δοτική parówce parówkom
αιτιατική parówkę parówki
οργανική parówką parówkami
τοπική parówce parówkach
κλητική parówko parówki

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

parówka (pl) θηλυκό