parówka

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική parówka parówki
γενική parówki parówek
δοτική parówce parówkom
αιτιατική parówkę parówki
οργανική parówką parówkami
τοπική parówce parówkach
κλητική parówko parówki

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

parówka (pl) θηλυκό

  1. το λουκάνικο τύπου Φρανκφούρτης