Μετάβαση στο περιεχόμενο

parabolic

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

parabolic (en)

  1. που έχει σχέση με την παραβολή (την καμπύλη)
  2. που έχει σχέση με την παραβολή (τη διήγηση)