Μετάβαση στο περιεχόμενο

parallelogram

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
parallelogram parallelograms

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

parallelogram (en)