parentes
Εμφάνιση
Δανικά (da)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- parentes < γερμανική Parenthese < λατινική parenthesis < αρχαία ελληνική παρένθεσις
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pʰɑɑnˈtˢeˀs/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]parentes (da) κοινό
Νορβηγικά (no)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- parentes < αρχαία ελληνική παρένθεσις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]parentes (no) αρσενικό
Σουηδικά (sv)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /paraŋˈteːs/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]parentes (sv) κοινό
- (τυπογραφία) η αγκύλη
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (δανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (δανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (δανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (δανικά)
- Δανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (δανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νορβηγικά)
- Νορβηγική γλώσσα
- Ουσιαστικά (νορβηγικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (σουηδικά)
- Σουηδική γλώσσα
- Ουσιαστικά (σουηδικά)
- Τυπογραφία (σουηδικά)