parisien

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Parisien

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό parisien parisiens
θηλυκό parisienne parisiennes

parisien (fr)

  1. παρισινός
    les rues parisiennes - οι παρισινοί δρόμοι
    la banlieue parisienne - τα παρισινά προάστεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]