Μετάβαση στο περιεχόμενο

parking garage

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
parking garage parking garages

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
parking garage <  δείτε τις λέξεις parking και garage

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

parking garage (en) (αμερικανικά αγγλικά)

  • το πάρκινγκ, το γκαράζ, ένα κτίριο, συνήθως μεγάλο και με πολλούς ορόφους, για παρκάρισμα αυτοκινήτων
    παράδειγμα  We parked in a multi-level parking garage.
    Παρκάραμε σε ένα πολυώροφο πάρκινγκ.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]