Μετάβαση στο περιεχόμενο

partigi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
partigi < part- + -ig- + -i
ρήμα partigi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας partigas partiganta partigata
αόριστος partigis partiginta partigita
μέλλοντας partigos partigonta partigota
υποθετική partigus - -
προστακτική partigu - -

partigi (eo)