partoprenanto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

partoprenanto < parto + prenanto

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

partoprenanto (eo)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]