Μετάβαση στο περιεχόμενο

passageway

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
passageway passageways

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
passageway < passage + way

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

passageway (en)

  • ο διάδρομος
    παράδειγμα  Don’t leave your bike in the passageway.
    Μην αφήσεις το ποδήλατο σου στο διάδρομο.