Μετάβαση στο περιεχόμενο

patético

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό patético patéticos
θηλυκό patética patéticas

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
patético < λατινική patheticus < αρχαία ελληνική παθητικός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /paˈte.ti.ko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: patico

Επίθετο

[επεξεργασία]

patético (es) αρσενικό

  1. συγκινητικός
     συνώνυμα: conmovedor, dramático, emotivo, enternecedor, melodramático, tierno
     αντώνυμα: cómico, alegre
  2. άθλιος
      Qué patético te ves vistiendo esos pantalones. – Πόσο άθλιος φαίνεσαι φορώντας αυτό το παντελόνι.
      ¡No seas tan patética y deja de llorar, por Dios! Si él te cambió es porque ya no siente nada por ti, ¡entiéndelo! – Μην είσαι τόσο άθλια και σταμάτα να κλαις, για όνομα του Θεού! Αν σε άφησε, είναι γιατί δεν νιώθει πια τίποτα για σένα, κατάλαβέ το!
     συνώνυμα: lamentable, penoso, ridículo

Συγγενικά

[επεξεργασία]