patético
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | patético | patéticos |
| θηλυκό | patética | patéticas |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- patético < λατινική patheticus < αρχαία ελληνική παθητικός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /paˈte.ti.ko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : pa‐té‐ti‐co
Επίθετο
[επεξεργασία]patético (es) αρσενικό
- συγκινητικός
- άθλιος
- → Qué patético te ves vistiendo esos pantalones. – Πόσο άθλιος φαίνεσαι φορώντας αυτό το παντελόνι.
- → ¡No seas tan patética y deja de llorar, por Dios! Si él te cambió es porque ya no siente nada por ti, ¡entiéndelo! – Μην είσαι τόσο άθλια και σταμάτα να κλαις, για όνομα του Θεού! Αν σε άφησε, είναι γιατί δεν νιώθει πια τίποτα για σένα, κατάλαβέ το!
- ≈ συνώνυμα: lamentable, penoso, ridículo
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- patético - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.