patch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

patch

  1. μπάλωμα, τσόντα
  2. πάνινο, υφασμάτινο σήμα που ράβεται σε ρούχο
  3. (πληροφορική) λογισμικό αναβάθμισης, αρχείο αναβάθμισης λογισμικού
    (λειτουργικού ή οποιουδήποτε προγράμματος)

Ρήμα[επεξεργασία]

patch

  1. επισκευάζω, διορθώνω με χρήση πρόσθετων τμημάτων (τσόντες), μαντάρω, μπαλώνω
  2. συνενώνω τμήματα, κομμάτια ενός πράγματος (πχ. τα μέρη ενός ρούχου)
  3. συνδέω συσκευές με χρήση καλωδίου