patelin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό patelin patelins
θηλυκό pateline patelines

patelin (fr)

  1. χαμερπής, φτηνός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
patelin patelins

patelin (fr) αρσενικό

  1. (οικείο) χωριό