Μετάβαση στο περιεχόμενο

patella

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]


1η κλίση, θηλυκό παροξύτονο ισοσύλλαβο
πτώσεις       ενικός       πληθυντικός
ονομαστική
patèlla
patèlle
γενική
patèlla
patellò
αιτιατική
patèlla
patèlle
κλητική
patèlla
patèlle
1. Εναλλακτικός τύπος (Καλαβρία)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
patella < (άμεσο δάνειο) ιταλική *patella, παλιότερος τύπος του padella(Χρειάζεται τεκμηρίωση…) < λατινική patella

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

patella (patèlla) θηλυκό (ιδίωμα Απουλίας)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  • AIS: Sprach- und Sachatlas Italiens und der Südschweiz [Γλωσσολογικός και εθνολογικός χάρτης της Ιταλίας και της νότιας Ελβετίας], χάρτης 961 (padella; [la padella (ill.)), περιοχή 748], στην ιστοσελίδα navigais-web.pd.istc.cnr.it.



Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

patella (en)



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
patella < patera ή patina + κατάληξη υποκοριστικού -la[1]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ιταλικά: padella

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

patella (la)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. patella#Latin στο αγγλικό Βικιλεξικό