Μετάβαση στο περιεχόμενο

patera

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]
1η κλίση, αρσενικό παροξύτονο ισοσύλλαβο
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική
patèra(s)
patèri
γενική
patèra
paterò, patèro
αιτιατική
patèra
patèru
κλητική
patèra
patèri

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
patera < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πατέρας < αρχαία ελληνική πατήρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

patera (patèra)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • AIS: Sprach- und Sachatlas Italiens und der Südschweiz [Γλωσσολογικός και εθνολογικός χάρτης της Ιταλίας και της νότιας Ελβετίας], χάρτης 796 (prete [il prete), περιοχή 748], στην ιστοσελίδα navigais-web.pd.istc.cnr.it.