patera
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ||
| γενική | ||
| αιτιατική | ||
| κλητική | ||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- patera < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πατέρας < αρχαία ελληνική πατήρ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]patera (patèra)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- AIS: Sprach- und Sachatlas Italiens und der Südschweiz [Γλωσσολογικός και εθνολογικός χάρτης της Ιταλίας και της νότιας Ελβετίας], χάρτης 796 (prete [il prete), περιοχή 748], στην ιστοσελίδα navigais-web.pd.istc.cnr.it.
- patèra Vocabolario σελ.357 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Ουσιαστικά (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιδίωμα Απουλίας (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)