pathologique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pathologique | pathologiques |
Επίθετο
[επεξεργασία]pathologique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| pathologique | pathologiques |
pathologique (fr) αρσενικό ή θηλυκό