patronizing
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | patronizing |
| συγκριτικός | more patronizing |
| υπερθετικός | most patronizing |
Επίθετο
[επεξεργασία]- αλαζονικός, που δείχνει ότι πιστεύω ότι είμαι καλύτερος ή πιο έξυπνος από κάποιον άλλο