Μετάβαση στο περιεχόμενο

pausa

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pausa < (άμεσο δάνειο) ελληνιστική κοινή παῦσις.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpau̯.sa/ (κλασική λατινική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: pausă

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pausa (la) θηλυκό

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική pausa pausae
γενική pausae pausārum
δοτική pausae pausīs
αιτιατική pausam pausās
κλητική pausa pausae
αφαιρετική pausā pausīs
(α' κλίση)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

pausă (λατινικά)

μέση γαλλική: pause
γαλλικά: pause
αγγλικά: pause