pausa
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pausa < (άμεσο δάνειο) ελληνιστική κοινή παῦσις.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈpau̯.sa/ (κλασική λατινική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : paus‐ă
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pausa (la) θηλυκό
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | pausa | pausae |
| γενική | pausae | pausārum |
| δοτική | pausae | pausīs |
| αιτιατική | pausam | pausās |
| κλητική | pausa | pausae |
| αφαιρετική | pausā | pausīs |
Απόγονοι
[επεξεργασία]pausă (λατινικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- pausa - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- pausa - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.