pavillon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pavillon pavillons

pavillon (fr) αρσενικό

  1. σημαία
  2. μονοκατοικία
  3. παβιγιόν
  4. πτερύγιο ωτός